— Συγγνώμη;
Η γειτόνισσα, η κυρία Ειρήνη, σταύρωσε τα χέρια της και χαμογέλασε.
— Είπα ότι δεν χρειαζόμαστε το σπίτι. Μας ενδιαφέρει μόνο το οικόπεδο.
— Και ποιος σας είπε ότι θέλω να σας πουλήσω το οικόπεδο;
Η Ειρήνη σήκωσε τους ώμους.
— Μα όλοι ξέρουν ότι ο άντρας σου δεν μένει πια εδώ. Εσύ δουλεύεις στην πόλη. Το σπίτι είναι μεγάλο και παλιό. Εμείς μπορούμε να σου κάνουμε μια καλή προσφορά.
Η Άννα ένιωσε ένα παράξενο σφίξιμο στο στομάχι.
Το σπίτι δεν ήταν απλώς ένα παλιό ακίνητο.
Ήταν το σπίτι της γιαγιάς της.
Εκεί είχε μεγαλώσει η μητέρα της. Εκεί είχε περάσει όλα τα καλοκαίρια της ως παιδί. Μετά τον θάνατο της γιαγιάς της, το σπίτι πέρασε στη μητέρα της και τελικά στην ίδια.
Τα τελευταία δύο χρόνια είχε ξοδέψει σχεδόν όλες τις οικονομίες της για να το ανακαινίσει.
Και τώρα μια γειτόνισσα εμφανιζόταν και της ανακοίνωνε πόσα θα της έδινε.
— Ποιος σας είπε ότι το πουλάω; — επανέλαβε.
Η Ειρήνη κοίταξε προς τον δρόμο.
— Ο άντρας σου.
Η Άννα πάγωσε.
— Τι;
— Μου είπε ότι σύντομα θα φύγετε από εδώ. Ότι θα πουλήσετε το σπίτι και ότι θα ήταν καλύτερο να το αγοράσουμε εμείς.
Για λίγα δευτερόλεπτα η Άννα δεν μίλησε.
Ο άντρας της, ο Νίκος, της είχε πει πριν από έναν μήνα ότι ήθελε να συζητήσουν για το μέλλον τους.
Δεν της είχε πει τίποτα για πώληση.
Το ίδιο βράδυ, όταν ο Νίκος γύρισε σπίτι, η Άννα τον περίμενε στην κουζίνα.
— Μίλησες στην κυρία Ειρήνη για το σπίτι;
Ο Νίκος σταμάτησε.
— Ναι. Γιατί;
— Της είπες ότι θα το πουλήσουμε;
— Ήθελα απλώς να δω πόσο μπορούμε να πάρουμε.
— «Μπορούμε»;

Η Άννα σηκώθηκε και πήρε έναν φάκελο από το συρτάρι.
— Δες αυτό.
Έβγαλε το συμβόλαιο ιδιοκτησίας και το άφησε μπροστά του.
— Το σπίτι είναι αποκλειστικά στο όνομά μου.
Ο Νίκος συνοφρυώθηκε.
— Το ξέρω.
— Όχι. Δεν το ξέρεις.
Τον κοίταξε στα μάτια.
— Γιατί αν το ήξερες πραγματικά, δεν θα υποσχόσουν σε κανέναν ότι μπορεί να αγοράσει το οικόπεδό μου.
Ο Νίκος έμεινε σιωπηλός.
— Ήθελα να σε προστατεύσω — είπε τελικά.
Η Άννα γέλασε πικρά.
— Από ποιον; Από το ίδιο μου το σπίτι;
— Χρειαζόμαστε χρήματα.
— Εσύ χρειάζεσαι χρήματα. Εγώ όχι.
Η αλήθεια ήταν ότι ο Νίκος είχε χρέη που δεν της είχε αποκαλύψει ποτέ.
Είχε πάρει δάνεια για μια επιχείρηση που απέτυχε και πίστευε πως αν πουλούσαν το σπίτι, θα μπορούσε να ξεχρεώσει.
Μόνο που δεν μπορούσε να πουλήσει κάτι που δεν του ανήκε.
Την επόμενη μέρα η Ειρήνη ξαναχτύπησε την πόρτα.
— Λοιπόν; Σκέφτηκες την προσφορά μας;
Η Άννα χαμογέλασε ήρεμα.
— Ναι.
— Και;
— Δεν πουλάω.
Η γειτόνισσα φάνηκε απογοητευμένη.
— Μα ο άντρας σου είπε…
— Ο άντρας μου δεν είναι ιδιοκτήτης.
Η Ειρήνη κοίταξε για λίγο το σπίτι πίσω της.
— Τότε γιατί μας άφησε να πιστεύουμε ότι μπορούμε να το αγοράσουμε;
Η Άννα έκλεισε τον φάκελο στα χέρια της.
— Αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να το ρωτήσετε εκείνον.
Η Ειρήνη έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα.
Εκείνο το βράδυ η Άννα πήρε μια απόφαση.
Δεν θα έχανε το σπίτι για να σώσει τα λάθη κάποιου άλλου.
Και, για πρώτη φορά, κατάλαβε πως μερικές φορές το πιο σημαντικό πράγμα που μπορείς να υπερασπιστείς δεν είναι η περιουσία σου.
Είναι το δικαίωμά σου να αποφασίζεις μόνος σου τι θα γίνει με αυτήν.