Η λέξη «αεροπλάνο» προέρχεται από τη γαλλική aéroplane (aéro – αέρας, plane – επίπεδο) και χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια κατηγορία αεροσκαφών βαρύτερων από τον αέρα, τα οποία έχουν σχεδιαστεί για πτήση μέσα στην ατμόσφαιρα.
Τα αεροπλάνα κινούνται χάρη σε μονάδα πρόωσης που παράγει έλξη και διαθέτουν σταθερά φτερά, τα οποία δημιουργούν άνωση.

Λόγω των σταθερών πτερύγων τους διαφέρουν από τα ορνιθόπτερα (ή μαχόλετ) και από τα ελικόπτερα, ενώ η ύπαρξη κινητήρα τα ξεχωρίζει από τα ανεμόπτερα και τα αεροσκάφη που κινούνται μόνο με μυϊκή δύναμη. Σε αντίθεση με τα αερόστατα και τα μπαλόνια, τα αεροπλάνα παράγουν άνωση με αεροδυναμικές και όχι με αεροστατικές αρχές.
Στη σύγχρονη αεροπορία συναντώνται επίσης αεροσκάφη με κινητά φτερά και μεταβλητή γεωμετρία. Μέχρι τον 19ο αιώνα, ο όρος «αεροπλάνο» στη ρωσική γλώσσα είχε διαφορετική σημασία. Ο V. P. Burnashev, στο λεξικό του (1843–1844), αναφέρει ότι «σε εργαστήριο υφαντουργίας, αεροπλάνο ονομάζεται ένα καροτσάκι που δεν κινείται χειροκίνητα, αλλά μέσω ειδικής μηχανικής διάταξης».