Τα εγγόνια άνοιξαν το εγκαταλελειμμένο γκαράζ του παππού τους χωρίς να περιμένουν κάτι ιδιαίτερο. Ήταν κλειστό για χρόνια, καλυμμένο με σκόνη και ξεχασμένο.
Όταν η πόρτα, με ένα μακρύ τρίξιμο, άνοιξε επιτέλους, ένας κρύος αέρας και η μυρωδιά του χρόνου που είχε περάσει πλημμύρισαν το χώρο. Στην αρχή όλα φαινόταν φυσιολογικά: σκουριασμένα εργαλεία, παλιά κουτιά στοιβαγμένα και αντικείμενα που είχαν μείνει εκεί από ποιος ξέρει πόσο καιρό.

Τότε, σε μια γωνία του γκαράζ, κάτι τράβηξε την προσοχή τους. Κάτω από ένα παχύ πανί διακρινόταν μια ασυνήθιστη μορφή, ένα αντικείμενο που φαινόταν εκτός τόπου. Όταν σήκωσαν το πανί, έμειναν άφωνοι. Αυτή η απροσδόκητη ανακάλυψη θα άλλαζε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο έβλεπαν τον παππού τους και το παρελθόν που νόμιζαν ότι γνώριζαν.
