Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο
Αρχική » — Δεν θα πας στη μητέρα σου. Θα μείνεις εδώ και θα προσέχεις τα παιδιά της αδερφής μου! — σχεδόν διέταξε ο σύζυγός μου. Τον κοίταξα αποσβολωμένη.

— Δεν θα πας στη μητέρα σου. Θα μείνεις εδώ και θα προσέχεις τα παιδιά της αδερφής μου! — σχεδόν διέταξε ο σύζυγός μου. Τον κοίταξα αποσβολωμένη.

— Δεν θα πας στη μητέρα σου. Θα μείνεις εδώ και θα προσέχεις τα παιδιά της αδερφής μου! — σχεδόν διέταξε ο σύζυγός μου.

Τον κοίταξα αποσβολωμένη.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που μόλις είχα ακούσει. Είχα κανονίσει εδώ και εβδομάδες να πάω στη μητέρα μου για λίγες μέρες. Είχα να τη δω σχεδόν δύο μήνες και, επιτέλους, είχα βρει λίγο χρόνο από τη δουλειά και τις υποχρεώσεις του σπιτιού.

— Συγγνώμη, τι είπες; — τον ρώτησα ήρεμα.

— Το άκουσες. Η αδερφή μου πρέπει να φύγει για τη δουλειά και δεν έχει ποιος να κρατήσει τα παιδιά. Θα μείνεις εσύ μαζί τους.

— Και γιατί δεν με ρώτησες;

Ο άντρας μου ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους.

— Γιατί ήξερα ότι θα έλεγες όχι.

Αυτή η φράση με πλήγωσε περισσότερο απ’ όλα.

— Άρα αποφάσισες μόνος σου ότι ο χρόνος μου δεν έχει καμία αξία;

— Μην αρχίζεις πάλι τα ίδια. Είναι μόνο για λίγες μέρες. Είσαι γυναίκα του σπιτιού, έτσι κι αλλιώς θα είσαι εδώ.

Πήρα μια βαθιά ανάσα.

— Όχι. Δεν θα είμαι εδώ.

Εκείνος συνοφρυώθηκε.

— Τι εννοείς;

— Εννοώ ότι θα πάω στη μητέρα μου, όπως είχα προγραμματίσει.

— Και τα παιδιά της αδερφής μου;

— Δεν είναι δική μου ευθύνη.

Ο σύζυγός μου γέλασε ειρωνικά.

— Δεν περίμενα να είσαι τόσο εγωίστρια.

Τον κοίταξα στα μάτια.

— Εγωίστρια είμαι επειδή θέλω να επισκεφτώ τη μητέρα μου; Εσύ πότε τελευταία φορά πήγες να τη δεις;

Δεν απάντησε.

Τότε πήρα τη βαλίτσα μου και άρχισα να βάζω μέσα τα πράγματά μου.

— Τι κάνεις τώρα; — φώναξε.

— Φεύγω.

— Αν βγεις από αυτή την πόρτα, μην περιμένεις να είναι όλα όπως πριν όταν γυρίσεις!

Σταμάτησα για μια στιγμή.

— Αυτό ακριβώς φοβάμαι κι εγώ. Ότι αν συνεχίσω να δέχομαι να αποφασίζεις για μένα, τίποτα δεν θα είναι ποτέ όπως πριν.

Πήρα τη βαλίτσα μου και βγήκα από το σπίτι.

Μόλις έφτασα στη μητέρα μου, το τηλέφωνό μου άρχισε να χτυπά ασταμάτητα.

Δεν απάντησα.

Λίγες ώρες αργότερα, όμως, έλαβα ένα μήνυμα από την αδερφή του.

«Μην ανησυχείς. Τα παιδιά θα τα κρατήσω εγώ. Ο άντρας σου μου είπε ότι εσύ δεν ήθελες να βοηθήσεις».

Διάβασα το μήνυμα δύο φορές.

Τότε κατάλαβα πως το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ τα παιδιά.

Ήταν ότι ο σύζυγός μου είχε συνηθίσει να θεωρεί τον χρόνο, την καλοσύνη και την υπομονή μου δεδομένα.

Και για πρώτη φορά αποφάσισα ότι αυτό θα τελείωνε εκεί.