Κρατούσα έναν λεπτό μαύρο φάκελο στο χέρι και φορούσα ένα απλό κοστούμι. Δεν έμοιαζα με τη γυναίκα που μόλις είχε κληρονομήσει το 51% της εταιρείας.
— Δεν είμαι ασκούμενη.
Η γυναίκα με κοίταξε για πρώτη φορά.
— Τότε ποια είστε;
— Η νέα CEO.
Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε απόλυτη σιωπή.
Μετά γέλασε νευρικά.
— Αποκλείεται. Ο κύριος Ανδρέου είναι ο CEO.
— Ήταν.
Έβγαλα από τον φάκελο τα επίσημα έγγραφα και τα άφησα μπροστά της.
Το χαμόγελό της εξαφανίστηκε.
Δεν της εξήγησα περισσότερα. Πέρασα από την πόρτα του γραφείου μου και έκλεισα πίσω μου.
Εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζα ακόμη ότι μέχρι το τέλος της ημέρας θα ανακάλυπτα πως όχι μόνο η εταιρεία, αλλά και ο γάμος μου, είχαν χτιστεί πάνω σε ένα ψέμα.
Η εταιρεία είχε ιδρυθεί από τον πατέρα μου πριν από είκοσι δύο χρόνια.
Όταν πέθανε ξαφνικά, όλοι πίστευαν ότι ο σύζυγός μου, ο Νίκος, θα αναλάμβανε τη διοίκηση.
Κι εγώ δεν είχα αντιδράσει.
Τον εμπιστευόμουν.
Για οκτώ χρόνια ήμουν δίπλα του. Τον βοηθούσα στις συναντήσεις, διάβαζα συμβόλαια, έλεγχα οικονομικές αναφορές και πολλές φορές εργαζόμουν μέχρι τα ξημερώματα.
Όμως ποτέ δεν διεκδίκησα δημόσια τη θέση μου.
Ο Νίκος μου έλεγε πάντα:
— Εσύ είσαι το μυαλό πίσω από μένα. Εγώ απλώς είμαι το πρόσωπο της εταιρείας.
Και τον πίστευα.
Μέχρι εκείνο το πρωί.
Λίγο μετά τις δέκα, άρχισαν να φτάνουν οι διευθυντές.
Ένας ένας έμπαιναν στο γραφείο μου με αμήχανα χαμόγελα.
Κανείς δεν περίμενε να με δει εκεί.
Ο οικονομικός διευθυντής, ο κύριος Παπαδόπουλος, ήταν ο τελευταίος.
Έκλεισε την πόρτα πίσω του.
— Κυρία Ανδρέου, πρέπει να μιλήσουμε ιδιαιτέρως.
— Ακούω.
Άφησε έναν φάκελο πάνω στο γραφείο.
— Υπάρχουν κάποιες οικονομικές κινήσεις που δεν μπορώ να εξηγήσω.
Άνοιξα τον φάκελο.
Υπήρχαν μεταφορές χρημάτων σε τρεις διαφορετικές εταιρείες.
Όλες είχαν δημιουργηθεί τα τελευταία δύο χρόνια.
— Ποιος τις διαχειρίζεται;
Ο Παπαδόπουλος δίστασε.
— Ο κύριος Ανδρέου.
— Γιατί δεν τις είχα δει ποτέ;
— Επειδή δεν εμφανίζονταν στις εσωτερικές αναφορές που λαμβάνατε.
Πάγωσα.
— Τι εννοείτε;
Δεν πρόλαβε να απαντήσει.
Η πόρτα άνοιξε απότομα.
Ο Νίκος μπήκε μέσα.
— Τι συμβαίνει εδώ;
Ο οικονομικός διευθυντής σηκώθηκε.
— Κύριε Ανδρέου…
— Μπορείτε να φύγετε.
Ο άντρας με κοίταξε για μια στιγμή και έφυγε.
Ο Νίκος έκλεισε την πόρτα.
— Γιατί ψάχνεις τα οικονομικά;
— Επειδή πλέον είναι δική μου ευθύνη.
— Δεν χρειάζεται να μπλέξεις σε πράγματα που δεν καταλαβαίνεις.
Τον κοίταξα.
Ήταν η πρώτη φορά που η φράση αυτή δεν με πλήγωσε.
Με εξόργισε.
— Δεν καταλαβαίνω;
— Ήθελα να πω ότι χρειάζεσαι χρόνο.
— Οκτώ χρόνια δεν ήταν αρκετά;
Δεν απάντησε.
Τότε χτύπησε το τηλέφωνό μου.
Ήταν η γραμματέας.
— Κυρία Ανδρέου, υπάρχει ένας άντρας στην υποδοχή που ζητά να σας δει. Λέει ότι εργάζεται για τον πατέρα σας.
Η καρδιά μου σταμάτησε για μια στιγμή.
— Στείλτε τον επάνω.
Λίγα λεπτά αργότερα μπήκε στο γραφείο ένας ηλικιωμένος άντρας.
Τον αναγνώρισα.
Ήταν ο παλιός δικηγόρος του πατέρα μου.

— Ο πατέρας σου μου είχε δώσει οδηγίες να σου παραδώσω αυτό μόνο όταν θα αναλάμβανες επίσημα τη διοίκηση.
Μου έδωσε έναν φάκελο.
Τα χέρια μου έτρεμαν.
Μέσα υπήρχε ένα αντίγραφο της διαθήκης.
Και μια επιστολή.
Άρχισα να διαβάζω.
Ο πατέρας μου είχε αφήσει σε μένα το πλειοψηφικό πακέτο της εταιρείας.
Όχι στον Νίκο.
Σε μένα.
Αλλά υπήρχε κάτι ακόμη.
Στην επιστολή έγραφε ότι είχε υποψιαστεί πως ο Νίκος χρησιμοποιούσε την εταιρεία για να μεταφέρει χρήματα σε άλλες επιχειρήσεις.
Και ότι δεν τον είχε αντιμετωπίσει επειδή ήθελε πρώτα να συγκεντρώσει αποδείξεις.
Δεν πρόλαβε.
Πέθανε πριν ολοκληρώσει την έρευνα.
Σήκωσα το βλέμμα.
— Γιατί δεν μου το είχατε δώσει νωρίτερα;
Ο δικηγόρος με κοίταξε σοβαρά.
— Επειδή ο πατέρας σου φοβόταν ότι αν μάθαινες την αλήθεια χωρίς αποδείξεις, θα κινδύνευες.
Το απόγευμα έδωσα εντολή να ελεγχθούν όλες οι εταιρείες που είχαν λάβει χρήματα.
Μία από αυτές ανήκε σε έναν άνθρωπο που γνώριζα πολύ καλά.
Τον αδελφό του Νίκου.
Μία δεύτερη ήταν καταχωρημένη σε μια διεύθυνση που γνώριζα ακόμη καλύτερα.
Το σπίτι όπου μέναμε.
Δεν μπορούσα να αναπνεύσω.
Το σπίτι μας είχε αγοραστεί με χρήματα της εταιρείας.
Ο γάμος μας είχε αρχίσει να καταρρέει μπροστά στα μάτια μου.
Και τότε βρήκα το χειρότερο.
Σε έναν φάκελο υπήρχαν μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ανάμεσα στον Νίκο και στη γραμματέα του.
Δεν αφορούσαν μόνο τη δουλειά.
Υπήρχαν προσωπικές συνομιλίες.
Κρυφές συναντήσεις.
Ξενοδοχεία.
Δώρα.
Και μια φράση που με έκανε να παγώσω:
«Μόλις πάρουμε τον πλήρη έλεγχο, θα φύγει μόνη της.»
Διάβασα τη φράση ξανά.
Και ξανά.
Ο Νίκος δεν είχε παντρευτεί εμένα επειδή με αγαπούσε.
Ο γάμος μας ήταν μέρος του σχεδίου.
Ήθελε πρόσβαση στην περιουσία του πατέρα μου.
Κι εγώ, χωρίς να το γνωρίζω, του είχα ανοίξει όλες τις πόρτες.
Στις έξι το απόγευμα, ο Νίκος μπήκε ξανά στο γραφείο.
— Πρέπει να μιλήσουμε.
Έκλεισα τον υπολογιστή.
— Συμφωνώ.
Κάθισε απέναντί μου.
— Δεν θέλω να κάνεις βιαστικές κινήσεις. Η εταιρεία είναι σε δύσκολη κατάσταση.
— Ξέρω.
— Χρειάζομαι χρόνο για να σου εξηγήσω.
— Δεν χρειάζομαι εξηγήσεις.
Έβγαλα τον φάκελο με τα στοιχεία και τον άφησα μπροστά του.
Το πρόσωπό του άλλαξε.
— Πού τα βρήκες;
— Στα αρχεία της εταιρείας.
— Μπορώ να τα εξηγήσω.
— Και τα χρήματα προς την εταιρεία του αδελφού σου;
Σιωπή.
— Και το σπίτι;
Δεν μίλησε.
— Και τα μηνύματα με τη γραμματέα σου;
Σηκώθηκε απότομα.
— Άκουσέ με…
— Όχι.
Η φωνή μου ήταν ήρεμη.
Πιο ήρεμη από ποτέ.
— Εσύ άκουσέ με.
Πλησίασα την πόρτα και την άνοιξα.
Η γραμματέα του στεκόταν έξω.
Μόλις με είδε, πάγωσε.
— Από αύριο δεν εργάζεσαι εδώ.
Ο Νίκος προσπάθησε να αντιδράσει.
— Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό.
Τον κοίταξα.
— Μπορώ.
Έδειξα τα έγγραφα.
— Είμαι η CEO.
Για πρώτη φορά, δεν είχε απάντηση.
Το ίδιο βράδυ πήγα στο σπίτι μας.
Μάζεψα μόνο τα προσωπικά μου αντικείμενα.
Πριν φύγω, στάθηκα για λίγο στην πόρτα.
Οκτώ χρόνια πίστευα ότι είχα βρει τον άνθρωπο που θα στεκόταν δίπλα μου σε όλα.
Τελικά, είχα παντρευτεί έναν άνθρωπο που στεκόταν δίπλα μου μόνο όσο τον εξυπηρετούσε.
Την επόμενη εβδομάδα ξεκίνησε πλήρης οικονομικός έλεγχος.
Οι αποδείξεις ήταν συντριπτικές.
Ο Νίκος είχε μεταφέρει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ μέσω εταιρειών-βιτρινών.
Δεν ήταν ο δημιουργός της επιτυχίας.
Ήταν ο άνθρωπος που έκρυβε τη λεηλασία.
Η εταιρεία πέρασε μια δύσκολη περίοδο, αλλά δεν κατέρρευσε.
Ανακτήσαμε μέρος των χρημάτων και ακυρώσαμε τις παράνομες συμφωνίες.
Ο Νίκος παραιτήθηκε πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία.
Όσο για τον γάμο μας, δεν υπήρχε τίποτα να σωθεί.
Μήνες αργότερα, όταν υπέγραψα τα τελευταία έγγραφα του διαζυγίου, ο δικηγόρος με ρώτησε:
— Είστε καλά;
Κοίταξα από το παράθυρο.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δεν ένιωθα ότι έχανα κάτι.
Ένιωθα ότι έπαιρνα πίσω τη ζωή μου.
Το ίδιο απόγευμα επέστρεψα στην εταιρεία.
Η γραμματέας που την πρώτη μέρα με είχε περάσει για ασκούμενη σηκώθηκε μόλις μπήκα.
— Κυρία Ανδρέου…
Της χαμογέλασα.
— Μην ανησυχείς. Δεν ήξερες.
Προχώρησα προς το γραφείο μου.
Στον τοίχο υπήρχε πλέον μια φωτογραφία του πατέρα μου.
Κάτω από αυτήν τοποθέτησα ένα μικρό σημείωμα που είχα γράψει μόνη μου:
«Μερικές φορές η μεγαλύτερη προδοσία δεν είναι αυτό που σου έκρυψαν. Είναι το πόσο καιρό σε έκαναν να αμφιβάλλεις για τη δική σου αξία.»
Κάθισα στην καρέκλα του CEO.
Αυτή τη φορά δεν ένιωθα σαν τη σύζυγο κάποιου.
Δεν ένιωθα σαν την κόρη του ιδρυτή.
Ήμουν απλώς εγώ.
Και, για πρώτη φορά, αυτό ήταν αρκετό.