Λατρεύω τις ώριμες μπανάνες, και εκείνη την ημέρα διάλεξα το πιο όμορφο μάτσο στην αγορά – σκληρές, χωρίς κηλίδες, αρωματικές, τέλειες. Στο σπίτι, άφησα την τσάντα στο τραπέζι και επέλεξα μια μπανάνα με ανυπομονησία.

Άρχισα να την ξεφλουδίζω… και τότε πάγωσα. Η μπανάνα ήταν παράξενη: το χρώμα της, η λεία επιφάνεια, το υπερβολικά κανονικό σχήμα της. Σκεφτόμουν ότι ίσως ήταν κάποια σπάνια ποικιλία – αλλά η αλήθεια ήταν φρικτή.
Κινηθήκε. Πανικοβλήθηκα και την πέταξα στο τραπέζι, κι εκεί κατάλαβα: δεν ήταν μπανάνα. Με το χτύπημα στο πάτωμα, η φλούδα γλίστρησε και αποκαλύφθηκε ένα μακρύ, κίτρινο σώμα με σκούρες κηλίδες, να συσπάται και να κινείται σαν να ζούσε εκεί για πάντα.

Ήταν φίδι. Ζωντανό. Αληθινό. Έμεινα ακίνητος, τα χέρια μου τρέμανε, τα πόδια μου κολλημένα στο πάτωμα. Σκέφτηκα την πορεία των μπανάνας από τις τροπικές χώρες, τη συλλογή, τη μεταφορά – και συνειδητοποίησα πόσο εύκολα ένα τέτοιο πλάσμα μπορεί να κρυφτεί ανάμεσα στα φρούτα.

Αργότερα έμαθα ότι υπάρχει είδος που μιμείται σχεδόν τέλεια τη φλούδα της μπανάνας: το «φίδι της μπανάνας». Το τρομακτικό όμως δεν ήταν μόνο ότι μπήκε στο σπίτι μου. Ήταν ότι το κρατούσα στο χέρι μου… και μια στιγμή πριν, σχεδόν το δάγκωσα.
