Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο
Αρχική » — Αγάπη μου, τρελάθηκες τελείως;! Οι καλεσμένοι έχουν ήδη φτάσει για την επέτειο της μαμάς μου κι εσύ δεν έχεις στρώσει καν το τραπέζι! — ούρλιαξε ο σύζυγός μου με τόσο διαπεραστική φωνή, που έμοιαζε σχεδόν με γουρούνι που στρίγκλιζε.

— Αγάπη μου, τρελάθηκες τελείως;! Οι καλεσμένοι έχουν ήδη φτάσει για την επέτειο της μαμάς μου κι εσύ δεν έχεις στρώσει καν το τραπέζι! — ούρλιαξε ο σύζυγός μου με τόσο διαπεραστική φωνή, που έμοιαζε σχεδόν με γουρούνι που στρίγκλιζε.

Στεκόμουν στη μέση της κουζίνας και για μερικά δευτερόλεπτα τον κοιτούσα με δυσπιστία.

Ύστερα κοίταξα το ρολόι.

Ήταν έξι το απόγευμα. Στο σαλόνι είχαν ήδη μαζευτεί αρκετοί καλεσμένοι. Γελούσαν, συζητούσαν και έπιναν κρασί, ενώ, σύμφωνα με τον σύζυγό μου, εγώ έπρεπε να είμαι αυτή που θα είχε ετοιμάσει ολόκληρη τη γιορτή.

Υπήρχε όμως μια μικρή λεπτομέρεια που όλοι είχαν somehow ξεχάσει.

Δεν ήταν η δική μου γιορτή.

Ήταν η επέτειος της μητέρας του.

Και εγώ είχα μάθει για ολόκληρη την εκδήλωση μόλις εκείνο το πρωί.

— Τι είπες; ρώτησα ήρεμα.

Ο σύζυγός μου με κοίταξε σαν να είχα κάνει κάτι εντελώς παράλογο.

— Σου είπα ότι σήμερα θα έρθει η οικογένεια!

— Όχι. Μου είπες ότι η μητέρα σου θα έχει κόσμο απόψε.

— Το ίδιο πράγμα είναι!

— Δεν είναι.

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στην πόρτα η μητέρα του.

— Τι συμβαίνει εδώ; Ο άντρας μου γύρισε αμέσως προς το μέρος της.

— Τίποτα, μαμά. Απλώς της έλεγα να στρώσει επιτέλους το τραπέζι.

Με κοίταξε.

— Μα εγώ της είχα πει ξεκάθαρα από χθες τι έπρεπε να ετοιμάσει.

Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου.

— Από χθες;

— Ναι.

— Δεν μιλήσατε ποτέ μαζί μου.

Για μια στιγμή επικράτησε απόλυτη σιωπή.

Ύστερα η πεθερά μου χαμογέλασε αμήχανα.

— Τότε μάλλον δεν το είπα σωστά.

Ο σύζυγός μου αναστέναξε.

— Μην το κάνουμε θέμα. Απλώς κάν’ τα όλα τώρα.

Τον κοίταξα.

— Όλα;

— Ναι. Πιάτα, μαχαιροπίρουνα, σαλάτες, κρέας, γλυκό… Τα πάντα.

— Και ποιος μαγείρεψε;

— Εσύ, φυσικά.

Χαμογέλασα.

— Ενδιαφέρον.

Άνοιξα το ψυγείο.

Ήταν σχεδόν άδειο.

Λίγες μέρες νωρίτερα είχα φύγει για επαγγελματικό ταξίδι. Ο άντρας μου μού είχε υποσχεθεί ότι όσο θα έλειπα θα έκανε τα ψώνια.

Δεν είχε αγοράσει τίποτα.

Και τώρα περίμενε από εμένα να ετοιμάσω μέσα σε μία ώρα ένα ολόκληρο τραπέζι για είκοσι άτομα.

— Πού είναι το φαγητό; ρώτησα.

— Ποιο φαγητό;

— Αυτό που υποτίθεται ότι θα αγόραζες.

— Νόμιζα ότι θα το αγόραζες εσύ.

Γέλασα.

Όχι επειδή μου φάνηκε αστείο.

Αλλά επειδή εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πόσο παράλογη ήταν όλη αυτή η κατάσταση.

— Δηλαδή κάλεσες είκοσι άτομα στο σπίτι μας, δεν μου το είπες, δεν αγόρασες φαγητό και τώρα μου φωνάζεις επειδή το τραπέζι δεν είναι στρωμένο;

— Μην κάνεις έτσι, λες και έγινε κάτι τρομερό!

— Εσύ κάνεις ολόκληρο θέμα από το τίποτα. Το πρόσωπό του κοκκίνισε.

— Όλοι περιμένουν εσένα!

— Όχι. Περιμένουν εσένα και τη μητέρα σου. Εγώ δεν κάλεσα κανέναν.

Η πεθερά μου συνοφρυώθηκε.

— Δεν το εννοείς αυτό. Είμαστε οικογένεια.

— Ακριβώς επειδή είμαστε οικογένεια, θα περίμενα τουλάχιστον λίγο σεβασμό.

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι.

Είχαν έρθει κι άλλοι καλεσμένοι.

Ο άντρας μου με κοίταξε.

— Χαμογέλα και πήγαινε να τους υποδεχτείς.

Πήρα την τσάντα μου.

— Όχι.

— Τι;

— Φεύγω.

Και οι δύο με κοίταξαν αποσβολωμένοι.

— Πού πας; ρώτησε ο σύζυγός μου.

— Για φαγητό.

— Τι φαγητό;

— Αυτό που παρήγγειλα για μένα.

Πήρα το παλτό μου και κατευθύνθηκα προς την πόρτα.

— Θα μας αφήσεις έτσι; Γύρισα και τον κοίταξα.

— Δεν σας αφήνω. Απλώς αποχωρώ από μια κατάσταση που δημιουργήσατε μόνοι σας.

— Μα οι καλεσμένοι!

— Είναι δικοί σου καλεσμένοι.

— Και ποιος θα ασχοληθεί μαζί τους;

— Εσύ.

Και έφυγα.

Κάθισα σε ένα μικρό εστιατόριο κοντά στο σπίτι μας και παρήγγειλα το δείπνο μου.

Το τηλέφωνό μου άρχισε σχεδόν αμέσως να δονείται.

Δεκάδες μηνύματα.

«Πού είσαι;»

«Γύρνα αμέσως.»

«Η μαμά είναι έξαλλη.»

«Οι καλεσμένοι περιμένουν.»

Και ύστερα ήρθε ένα μήνυμα που με έκανε να γελάσω.

«Τουλάχιστον πες μου πού είναι τα πιάτα.»

Άφησα το τηλέφωνο στην άκρη.

Για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό δεν ένιωθα την ανάγκη να σώσω τους πάντες. Όταν επέστρεψα στο σπίτι εκείνο το βράδυ, επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Οι καλεσμένοι είχαν φύγει.

Πάνω στο τραπέζι είχαν μείνει άδεια μπουκάλια και μερικά κουτιά από πίτσα.

Ο άντρας μου καθόταν στον καναπέ.

— Επιτέλους γύρισες.

— Ναι.

— Με έκανες ρεζίλι μπροστά σε όλη την οικογένεια.

— Όχι. Αυτό το κατάφερες μόνος σου.

Με κοίταξε σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα.

— Η μαμά λέει ότι πρέπει να σου ζητήσουμε να φύγεις.

Έμεινα για λίγο σιωπηλή.

Ύστερα ακούμπησα τα κλειδιά μου πάνω στο τραπέζι.

— Εντάξει.

Ο άντρας μου χλώμιασε.

— Τι;

— Αν η οικογένειά σου δεν με θέλει σε ένα σπίτι που πληρώνουμε και οι δύο, τότε αύριο θα μιλήσουμε με δικηγόρο για το πώς θα χωρίσουμε τα πράγματά μας.

Ξαφνικά όλη η αυτοπεποίθησή του εξαφανίστηκε.

— Περίμενε… Δεν το εννοούσα έτσι.

— Αλλά αυτό είπες.

— Ήμουν θυμωμένος.

— Κι εγώ ήμουν θυμωμένη. Απλώς δεν σου φώναξα.

Την επόμενη μέρα, για πρώτη φορά, μιλήσαμε πραγματικά ανοιχτά για όσα συνέβαιναν στον γάμο μας. Τότε συνειδητοποιήσαμε κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαμε αποφεύγει να παραδεχτούμε.

Όλα αυτά τα χρόνια είχα αναλάβει σχεδόν αυτόματα το μεγαλύτερο μέρος των υποχρεώσεων του σπιτιού.

Μαγείρευα.

Καθάριζα.

Οργάνωνα τις επισκέψεις.

Φρόντιζα τις οικογενειακές συγκεντρώσεις.

Και αναλάμβανα σχεδόν οτιδήποτε αφορούσε τη δική του οικογένεια.

Κι εκείνος απλώς είχε συνηθίσει.

Είχε αρχίσει να πιστεύει ότι όλα αυτά ήταν δική μου υποχρέωση.

Δεν ήταν.

Στο τέλος μου ζήτησε μια δεύτερη ευκαιρία.

Του την έδωσα.

Αλλά με έναν όρο.

— Από εδώ και πέρα, όλα θα τα αποφασίζουμε μαζί. Καμία κρυφή γιορτή, κανένας απροειδοποίητος καλεσμένος και καμία απαίτηση ότι εγώ θα τα κανονίζω όλα αυτόματα.

Συμφώνησε.

Και μερικούς μήνες αργότερα, η μητέρα του οργάνωσε ξανά μια μεγάλη οικογενειακή γιορτή. Αυτή τη φορά ο άντρας μου με πήρε τηλέφωνο μία ολόκληρη εβδομάδα νωρίτερα.

— Μαμά, μπορείς να έρθεις; Θα χαρούμε πολύ να σε δούμε.

Ύστερα γύρισε προς το μέρος μου.

— Κι αν θέλεις, μπορούμε να πάμε μαζί.

Χαμογέλασα.

— Εντάξει.

Γιατί μερικές φορές δεν χρειάζεται να φωνάξεις για να κερδίσεις τον σεβασμό.

Αρκεί να σταματήσεις, έστω και μία φορά, να κάνεις τα πάντα για τους άλλους.