Η γιαγιά είχε κάποτε σώσει τέσσερα λυκόπουλα. Και χρόνια αργότερα, οι πλέον ενήλικοι λύκοι έκαναν κάτι που συγκλόνισε ολόκληρο το χωριό.
Πριν από πολλά χρόνια, η γιαγιά Άννα είχε βρει στο δάσος τέσσερα ορφανά λυκόπουλα. Η μητέρα τους είχε σκοτωθεί από διερχόμενο αυτοκίνητο και τα μικρά έτρεμαν δίπλα στο άψυχο σώμα της, σχεδόν έτοιμα να καταρρεύσουν. Η Άννα γνώριζε πως δεν έπρεπε να παρεμβαίνει στη φύση—but however—δεν μπορούσε να τα αφήσει να πεθάνουν. Τα πήρε σπίτι της, τα τάισε, τα ζέστανε, τα μεγάλωσε όσο μπόρεσε… και όταν ήρθε η ώρα, τα άφησε ελεύθερα στο δάσος όπου ανήκαν.
Χρόνια πέρασαν. Οι λύκοι είχαν πια μεγαλώσει και κανείς στο χωριό δεν μιλούσε πια για εκείνη την παλιά ιστορία.
Μέχρι εκείνο το βράδυ.Η Άννα επέστρεφε από το γειτονικό χωράφι όταν ένας άντρας – ξένος στο χωριό – εμφανίστηκε μπροστά της. Η φωνή του ήταν σκληρή, απαιτητική, και καθώς την πλησίαζε, το βλέμμα του σκοτείνιαζε. Η γυναίκα ένιωσε την απειλή να σφίγγει τον αέρα γύρω της.

Τότε ακούστηκε το πρώτο γρύλισμα.
Απαλό, βραχνό, αλλά απειλητικό.
Μέσα από τις σκιές βγήκαν τέσσερις μεγάλες φιγούρες, κινούμενες σαν μία ψυχή. Η Άννα πάγωσε στη θέση της. Ο άντρας έκανε ένα βήμα πίσω. Ήταν λύκοι. Τεράστιοι, εντυπωσιακοί, με μάτια που έλαμπαν στο φως του φεγγαριού. Αλλά όχι απλοί λύκοι.
Ήταν εκείνοι. Τα λυκόπουλα που κάποτε είχε σώσει. Τους αναγνώρισε από τις ουλές, από τον τρόπο που κινούνταν, από το βλέμμα του μεγαλύτερου που έκανε ένα βήμα μπροστά και έσκυψε ελάχιστα το κεφάλι — σαν χαιρετισμό.
Ο άντρας προσπάθησε να φύγει, αλλά ένας λύκος του έκλεισε τον δρόμο. Ένας άλλος εμφανίστηκε δεξιά του. Ο τρίτος στάθηκε πίσω του. Δεν επιτέθηκαν. Μόνο τον περικύκλωσαν.

Του έδειχναν ότι δεν υπήρχε διέξοδος.
Σε πανικό, ο άντρας έτρεξε προς το φαράγγι, γλίστρησε, έπεσε και στραμπούλιξε το πόδι του. Οι κραυγές του ακούστηκαν σε όλο το δάσος.
Εν τω μεταξύ, οι λύκοι συνόδευσαν την Άννα αργά και ήρεμα μέχρι την άκρη του μονοπατιού, σαν τέσσερις σιωπηλοί φρουροί. Εκεί, στο φως του φεγγαριού, σταμάτησαν. Ο αρχηγός ρουθούνισε απαλά, σαν να βεβαιωνόταν ότι ήταν καλά… και η αγέλη χάθηκε ξανά ανάμεσα στα δέντρα.
Την επόμενη μέρα, η αστυνομία βρήκε τον άντρα στο δάσος: φοβισμένο, βρώμικο και με στραμπουληγμένο πόδι. Ήταν εκείνος που κάλεσε το 112, ισχυριζόμενος πως «μια αγέλη λύκων παραλίγο να τον κατασπαράξει».
Στο χωριό συζητούσαν για μήνες πώς ήταν δυνατόν οι λύκοι να θυμούνται την Άννα μετά από τόσα χρόνια.
Και εκείνη μόνο χαμογελούσε σιωπηλά:
«Τους έσωσα τότε. Και τώρα με έσωσαν εκείνοι.»
