Η Μαρίνα άφησε τα τραπεζικά της αντίγραφα στο τραπέζι της κουζίνας και ένιωσε επιτέλους τους ώμους της να χαλαρώνουν. Τρεις ολόκληρες σεζόν χωρίς ανάπαυση, χωρίς καινούρια φορέματα, χωρίς καφέδες έξω — και τώρα τα κλειδιά βρίσκονταν δίπλα στο φλιτζάνι, ακόμη ζεστά από την παλάμη της.
Ο Αντρέι μπήκε πίσω της, άφησε την τσάντα με τα ψώνια πάνω στο έπιπλο και κοίταξε τη γυναίκα του με εκείνο το ιδιαίτερο βλέμμα που παλιά εκείνη το έλεγε «οικείο», αλλά τώρα το έβλεπε ως «προσεκτικό». Η Γκαλίνα Νικολάγιεβνα θρόιζε με τις σακούλες στο χολ και μιλούσε χαμηλόφωνα στον εαυτό της.
— Μαρίνα, πρέπει να συζητήσουμε ένα σημαντικό θέμα, — είπε ο Αντρέι, κάθισε απέναντί της και ένωσε προσεκτικά τα χέρια του.
— Πες το.
Σήμερα είμαι σε καλή μέρα, οπότε πες ό,τι έχεις.
— Κατέθεσα αίτηση διαζυγίου.
Ήδη πήγα και τα τακτοποίησα όλα.
Οπότε ας συμπεριφερθούμε σαν ενήλικες, χωρίς κλάματα και φασαρίες. Η Μαρίνα ήπιε αργά από το τσάι της, χωρίς να αφήσει το φλιτζάνι.
Μέσα της ακόμη ζούσε η χαρά από την πρωινή επίσκεψη στο ληξιαρχείο, και αυτή η ξένη φράση έπεσε πάνω της σαν βαριά πέτρα σε λεπτό γυαλί.
— Εντάξει.
Δηλαδή χωρίζουμε, — απάντησε ήρεμα.
— Αλλά γιατί σήμερα;
Περίμενες κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία;
— Περίμενα να ηρεμήσουν τα πράγματα.
Για να τα λύσουμε μετά ήρεμα.
— Δηλαδή δεν το αποφάσισες χθες;
— Τι σημασία έχει, Μαρίνα;
Το αποφάσισα και τέλος.
Η πεθερά μπήκε στην κουζίνα με έναν φάκελο που η Μαρίνα δεν είχε ξαναδεί ποτέ.
Ο φάκελος ήταν προσεκτικά τακτοποιημένος, με στρογγυλεμένες άκρες — φαινόταν ότι είχε ετοιμαστεί εδώ και καιρό. Η Γκαλίνα Νικολάγιεβνα τον έβαλε δίπλα στα τραπεζικά αντίγραφα της Μαρίνας, σαν να ήθελε να δείξει ότι είχαν ίση αξία.
Ο Αντρέι απέφυγε το βλέμμα του προς το ψυγείο.
— Μαρινούσκα, ας το λύσουμε ανθρώπινα, — άρχισε η πεθερά με ήρεμη, προσποιητά γλυκιά φωνή.
— Εδώ υπάρχει συμφωνία.
Μοιράζουμε το διαμέρισμα στη μέση, σύμφωνα με τον νόμο.
Γιατί να μπλέξουμε σε δικαστήρια και καβγάδες;
— Δηλαδή συμφωνία.
Πότε ετοιμάστηκε;
— Χθες τη συντάξαμε.
Μας βοήθησε ένας γνωστός.
— Ένας γνωστός.
Χθες.

Δηλαδή ενώ εγώ υπέγραφα το συμβόλαιο, εσείς ετοιμάζατε τη συμφωνία διανομής;
Η ένταση ανέβαινε σιγά-σιγά, και το δωμάτιο γέμιζε σιωπή που έκοβε σαν γυαλί.
Η Μαρίνα δεν φώναξε.
Απλώς κοίταζε. Και τότε ξεκίνησε η πραγματική σύγκρουση — όχι με φωνές, αλλά με αποφάσεις που είχαν ήδη παρθεί αλλού, χωρίς εκείνη.
— Έκανα αίτηση διαζυγίου, — είπε ξανά ο Αντρέι πιο ψυχρά.
— Ωραία, — απάντησε η Μαρίνα.
Και για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα, δεν φοβήθηκε.