— Ποιος είσαι τελικά για μένα;! φώναξα, καθώς η κούπα με το άθικτο τσάι εκτοξεύτηκε στον τοίχο και έγινε εκατοντάδες κομμάτια. — Είσαι ο άντρας μου ή ένας αρπακτικός που κυνηγά ακίνητα;! Σταμάτα τα ψέματα, Μίσα! Σταμάτα να παριστάνεις τον καλό σύζυγο!
Τα γυαλιά έτριζαν κάτω από τις παντόφλες μου καθώς έκανα ένα βήμα προς το μέρος του. Ο Μιχαήλ στεκόταν ακίνητος δίπλα στο τραπέζι της κουζίνας, χλωμός σαν νεκρός, κοιτάζοντας τον υγρό λεκέ στον τοίχο.
Εκείνη τη στιγμή κατέρρευσαν όλα όσα είχαμε χτίσει: οι τρεις μήνες του γάμου μας, οι γλυκές του υποσχέσεις, η τυφλή μου εμπιστοσύνη.
Η Λίζα σκούπισε τις παλάμες της στο παντελόνι της και κάθισε βαριά απέναντί του. Οι κρόταφοί της χτυπούσαν δυνατά, ενώ μέσα στο στήθος της άνοιγε ένα παγωμένο κενό.
Μόλις χθες διάλεγαν κουρτίνες για την κρεβατοκάμαρα και διαφωνούσαν για το χρώμα των σεντονιών. Σήμερα όλα είχαν μετατραπεί σε συντρίμμια.
— Δεν μπορείς ούτε τώρα να με κοιτάξεις στα μάτια, είπε ψυχρά η Λίζα. — Όλα όσα μου είπες όταν κουβαλούσαμε αυτόν τον καταραμένο καναπέ στο διαμέρισμά μου ήταν ψέματα;
Ο Μιχαήλ δεν απάντησε. Μόνο οι μύες της γνάθου του σφίχτηκαν. Από το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε ο θόρυβος της λεωφόρου, αλλά μέσα στην κουζίνα επικρατούσε αποπνικτική σιωπή.
Η Λίζα θυμήθηκε ξαφνικά πώς, πριν από τρεις μήνες, ίδρωναν και γελούσαν καθώς προσπαθούσαν να περάσουν τον καναπέ από την πόρτα του σαλονιού.
«Λίγο πιο αριστερά!» της φώναζε τότε.
Πίστευε πως έχτιζαν μαζί μια κοινή ζωή.
Τώρα ο καναπές δεν είχε καμία σημασία.
Η αλήθεια ήταν πως ο Μιχαήλ σχεδίαζε να βάλει μέσα στο σπίτι της ολόκληρη την οικογένειά του: την αδελφή του Κάτια, τη μητέρα του, τα σχέδιά τους και ένα τεράστιο ψέμα.
Το σχέδιο πίσω από τις κουρτίνες
— Τα παρερμηνεύεις όλα, μουρμούρισε τελικά ο Μιχαήλ χωρίς να σηκώσει το βλέμμα. — Είμαστε οικογένεια. Θέλω απλώς να είναι όλοι καλά.
— Οικογένεια; γέλασε πικρά η Λίζα. — Από πότε έγινα εγώ η χορηγός της αδελφής σου; Παντρεύτηκες εμένα ή το διαμέρισμά μου; Θυμήθηκε το τραπέζι του γάμου τους, όταν η πεθερά της είχε σηκώσει το ποτήρι και είχε πει:
«Να προσέχεις πάντα την αδελφή σου. Έχουμε μόνο εκείνη.»
Τότε της είχε φανεί μια συγκινητική ευχή.
Τώρα καταλάβαινε πως δεν ήταν ευχή.
Ήταν σχέδιο.
Ο Μιχαήλ σηκώθηκε απότομα, ρίχνοντας κάτω την καρέκλα.
— Τα διαστρεβλώνεις όλα επίτηδες! φώναξε.
— Τα κάνω όλα για εμάς! Για το μέλλον μας! Πιστεύεις πως θα χωρέσουμε εδώ όταν κάνουμε παιδιά;
— Παιδιά; απάντησε η Λίζα σηκώνοντας κι εκείνη το κεφάλι. — Θες τα παιδιά μας να μεγαλώσουν με έναν πατέρα που παντρεύτηκε τη μητέρα τους επειδή είχε σπίτι; Ο άντρας που στεκόταν απέναντί της δεν θύμιζε σε τίποτα εκείνον που είχε ερωτευτεί.
Τον θεωρούσε ήρεμο, σοβαρό και αξιόπιστο.
Γι’ αυτό τον είχε παντρευτεί.
Είχε κουραστεί από ανώριμες σχέσεις.
Ήθελε σταθερότητα.

— Ας μιλήσουμε πρακτικά, είπε ο Μιχαήλ προσπαθώντας να ηρεμήσει. — Η Κάτια περνά δύσκολα. Αν της χαρίσεις αυτό το διαμέρισμα, θα μπορέσει να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Κι εμείς θα πάρουμε μεγαλύτερο σπίτι με στεγαστικό δάνειο. Όλοι θα βγούμε κερδισμένοι.
— Όλοι εκτός από εμένα, απάντησε η Λίζα. — Μου ζητάς να χαρίσω το μοναδικό μου περιουσιακό στοιχείο στην αδελφή σου. Όχι να το πουλήσω. Όχι να το ανταλλάξω. Να το χαρίσω. Και μετά να φορτωθούμε δάνειο για τριάντα χρόνια. Αυτό το λες κέρδος;
Ο Μιχαήλ έσφιξε το τραπέζι τόσο δυνατά που άσπρισαν τα δάχτυλά του. — Είσαι εγωίστρια! είπε με δηλητήριο. — Γι’ αυτό έμεινες μόνη τόσα χρόνια. Κανείς δεν άντεχε τη φιλαργυρία σου!
Ο λογαριασμός
Τα λόγια του την χτύπησαν σαν χαστούκι.
Παραπάτησε, όμως δεν θα του χάριζε ούτε ένα δάκρυ.
Γύρισε στον διάδρομο, άνοιξε τη ντουλάπα και έβγαλε τον μεγάλο αθλητικό σάκο με τον οποίο είχε έρθει να μείνει μαζί της. «Εδώ έχω ό,τι πολυτιμότερο διαθέτω», της είχε πει τότε.
Τον πέταξε δίπλα στην εξώπορτα.
— Μάζεψε τα πράγματά σου. Τώρα. Σε μία ώρα δεν θέλω να έχει μείνει τίποτα δικό σου εδώ.
— Δεν μπορείς να με διώξεις! φώναξε εκείνος. — Είμαι ο άντρας σου!
— Το διαμέρισμα αγοράστηκε πριν παντρευτούμε, απάντησε ψυχρά η Λίζα. — Έχω ήδη μιλήσει με δικηγόρο. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα πάνω του.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι. Στην πόρτα στεκόταν η Κάτια, κρατώντας ένα μπουκέτο κίτρινα χρυσάνθεμα.
— Ήρθα να τα βρούμε, είπε διστακτικά. — Είμαστε οικογένεια.
Η Λίζα δεν πήρε τα λουλούδια.
— Κάτια, φύγε.
— Όχι. Θέλω να βοηθήσω όλους μας.
— Να βοηθήσεις αλλού, απάντησε κοφτά η Λίζα.
Η Κάτια ξέσπασε σε κλάματα.
— Εσύ τα έχεις όλα και πνίγεσαι για λίγα τετραγωνικά! Εγώ δεν μπορώ ούτε σχέση να κρατήσω επειδή δεν έχω δικό μου σπίτι!
Η Λίζα την κοίταξε κατάματα.
— Ξέρεις τι μου ζήτησε ο αδελφός σου; Να σου χαρίσω το σπίτι μου. Δωρεάν. Κι εγώ να πληρώνω δάνειο τριάντα χρόνων.
Η Κάτια πάγωσε.
— Τι;… Δεν μου είπε τίποτα για δάνειο. Μου είπε ότι έτσι κι αλλιώς θα μετακομίζατε σε μεγαλύτερο σπίτι και αυτό θα έμενε άδειο. Η Λίζα γύρισε αργά προς τον άντρα της.
— Δηλαδή είπες ψέματα και στην ίδια σου την αδελφή…
— Δεν είπα ψέματα! Δεν της είπα όλες τις λεπτομέρειες!
— Οι λεπτομέρειες είναι ακριβώς αυτές που αλλάζουν την αλήθεια.
Η αποκάλυψη
Η Κάτια ξέσπασε ξαφνικά.
— Μου το είχες υποσχεθεί! Μου είπες: «Μην κλαις, θα έχεις δικό σου διαμέρισμα.»
Η Λίζα γύρισε απότομα.
— Πότε έγινε αυτή η συζήτηση;
— Πριν από περίπου δύο μήνες… όταν χώρισα με τον φίλο μου.
Η Λίζα κοίταξε τον Μιχαήλ.
Δύο μήνες.
Μόλις είχε μετακομίσει στο σπίτι της.
Κι όμως ήδη σχεδίαζε πώς θα της το πάρει.
Ο Μιχαήλ έμεινε σιωπηλός.
Και αυτή η σιωπή ήταν η μεγαλύτερη ομολογία. Η Κάτια κάθισε στο σκαμπό και έκρυψε το πρόσωπό της.
Η Λίζα την κοίταξε χωρίς θυμό.
Μόνο με απόλυτη διαύγεια.
— Είσαι τριάντα χρονών, Κάτια. Πιστεύεις πραγματικά πως ένα σπίτι που θα πάρεις από την κουνιάδα σου θα σου χαρίσει ευτυχία; Ένας άντρας που σε αγαπά μόνο επειδή έχεις ιδιοκτησία δεν θα σε αγαπήσει ποτέ.
Ο Μιχαήλ ψιθύρισε:
— Σε αγάπησα…
— Αγάπησες την άνεση που σου πρόσφερε το σπίτι μου, τον διόρθωσε η Λίζα. — Τώρα φύγε.
Μια καινούρια αρχή
Η Λίζα κλείδωσε την πόρτα του υπνοδωματίου.
Άκουσε τους δύο αδελφούς να μαλώνουν ψιθυριστά.
Ύστερα ακούστηκε η εξώπορτα να κλείνει.
Όταν βγήκε, το σπίτι ήταν άδειο.
Στο πάτωμα είχαν απομείνει μόνο τα κίτρινα χρυσάνθεμα, που ήδη άρχιζαν να μαραίνονται. Κάθισε στην πολυθρόνα και πήρε για πρώτη φορά μετά από εβδομάδες μια βαθιά ανάσα.
Το τηλέφωνο χτύπησε.
Ήταν η πεθερά της.
— Λιζάκι μου, είπε με γλυκιά φωνή. — Ο Μίσα μου τα εξήγησε όλα. Είναι μια παρεξήγηση. Μην καταστρέψεις τον γάμο σας.
— Κυρία Άννα, απάντησε ήρεμα η Λίζα, ο γιος σας είναι τώρα μαζί σας;
— Ναι… είναι συντετριμμένος.
— Χαίρομαι. Σημαίνει ότι πήρε όλα του τα πράγματα. Θα μου γλίτωσε τον κόπο να τα πετάξω στο κλιμακοστάσιο.
— Πώς τολμάς; Είναι και δικό του σπίτι!
— Όχι. Είναι αποκλειστικά δικό μου. Το αγόρασα πριν από τον γάμο. Και αύριο θα καταθέσω αίτηση διαζυγίου.
Έκλεισε το τηλέφωνο. Αργότερα εκείνο το βράδυ, η Κάτια χτύπησε ξανά την πόρτα.
Ήταν μόνη.
Με μάτια πρησμένα από το κλάμα.
— Ήρθα μόνο για να ζητήσω συγγνώμη, είπε χαμηλόφωνα. — Δεν ήξερα την αλήθεια. Νόμιζα πως συμφωνούσατε και οι δύο. Δεν ψάχνω πια σπίτι. Πρέπει πρώτα να βρω τον σεβασμό προς τον εαυτό μου.
Η Λίζα κατάλαβε τότε ότι η Κάτια δεν ήταν η εγκέφαλος του σχεδίου.
Ήταν κι εκείνη ένα ακόμη θύμα της χειραγώγησης του Μιχαήλ.
Όταν έφυγε, η Λίζα κλείδωσε την πόρτα, κοίταξε γύρω της και χαμογέλασε.
Το σπίτι έμοιαζε ξαφνικά μεγαλύτερο, πιο φωτεινό και πιο ήσυχο.
Την επόμενη μέρα θα άλλαζε τις κλειδαριές και θα συναντούσε τον δικηγόρο της για το διαζύγιο.
Εκείνο όμως το βράδυ κοιμήθηκε επιτέλους ήρεμη.
Ο καναπές που κάποτε είχαν κουβαλήσει μαζί δεν ήταν πια σύμβολο προδοσίας. Ήταν απλώς ένα άνετο έπιπλο, αγορασμένο με τα δικά της χρήματα, μέσα στο δικό της σπίτι.
Ένα σπίτι που δεν θα επέτρεπε ποτέ ξανά σε κανέναν να μετατρέψει σε επιχειρηματικό σχέδιο.
Η ζωή της μόλις ξεκινούσε.