Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο
Αρχική » — Δεν είμαι η νύφη σας. Δεν είμαστε παντρεμένοι — είπα ήρεμα. Η πεθερά του με κοίταξε σαν να είχα μόλις πει κάτι αδιανόητο.

— Δεν είμαι η νύφη σας. Δεν είμαστε παντρεμένοι — είπα ήρεμα. Η πεθερά του με κοίταξε σαν να είχα μόλις πει κάτι αδιανόητο.

Για χρόνια, κάθε Κυριακή το ίδιο σκηνικό επαναλαμβανόταν. Από νωρίς το πρωί μαγείρευα, έφτιαχνα γλυκό, καθάριζα το σπίτι και ετοίμαζα το τραπέζι για ολόκληρη την οικογένεια.

Η μητέρα του συντρόφου μου ερχόταν πάντα με την ίδια απαίτηση.

— Η Κυριακή είναι οικογενειακή μέρα. Πρέπει να είσαι εδώ.

Και εγώ, επειδή τον αγαπούσα, προσπαθούσα να είμαι πάντα εκεί.

Στην αρχή όλα ήταν όμορφα. Σιγά σιγά όμως άρχισαν οι απαιτήσεις.

— Το φαγητό θέλω να είναι έτοιμο στις δύο.

— Μην ξεχάσεις την πίτα που αρέσει στον γιο μου.

— Μετά το φαγητό θα μαζέψεις και την κουζίνα, έτσι δεν είναι;

Δεν είχα πρόβλημα να βοηθάω.

Αυτό που με πλήγωνε ήταν ότι ποτέ δεν υπήρχε ένα «ευχαριστώ».

Αντίθετα, κάθε εβδομάδα άκουγα και μια καινούργια παρατήρηση.

Μια Κυριακή, ενώ είχα περάσει σχεδόν ολόκληρο το πρωί στην κουζίνα, η μητέρα του κοίταξε το τραπέζι και είπε μπροστά σε όλους:

— Αν πρόκειται κάποτε να γίνεις γυναίκα του γιου μου, πρέπει να μάθεις να φέρεσαι σαν σωστή νύφη.

Πάγωσα.

Ο σύντροφός μου παρέμεινε σιωπηλός.

Τον κοίταξα περιμένοντας να πει κάτι.

Δεν είπε τίποτα.

Την επόμενη Κυριακή συνέβη ξανά.

— Η νύφη μας πρέπει να ξέρει να φροντίζει την οικογένεια.

Αυτή τη φορά άφησα κάτω το πιρούνι μου.

— Δεν είμαι η νύφη σας — είπα ήρεμα.

Η μητέρα του συνοφρυώθηκε.

— Τι εννοείς;

Την κοίταξα στα μάτια.

— Δεν έχουμε παντρευτεί. Δεν υπάρχει γάμος, δεν υπάρχει αρραβώνας και δεν έχω συμφωνήσει ποτέ να αναλάβω τον ρόλο που μου έχετε δώσει.

Το τραπέζι βυθίστηκε στη σιωπή.

Ο σύντροφός μου με κοίταξε έκπληκτος.

— Μα τι λες τώρα;

— Λέω την αλήθεια. Εδώ και χρόνια με αποκαλείς «νύφη» όταν σε βολεύει, ενώ όταν χρειάζεται να με υπερασπιστείς, λες ότι «δεν είναι η στιγμή».

Η μητέρα του σηκώθηκε απότομα.

— Μετά από τόσα χρόνια που σε δεχτήκαμε στην οικογένεια;

Χαμογέλασα πικρά.

— Με δεχτήκατε όταν μαγείρευα, καθάριζα και φρόντιζα τους πάντες. Αλλά όταν ζήτησα σεβασμό, ξαφνικά δεν ήμουν αρκετά οικογένεια.

Σηκώθηκα από το τραπέζι.

— Από σήμερα, οι Κυριακές αλλάζουν.

Ο σύντροφός μου με ακολούθησε μέχρι την πόρτα.

— Δεν μπορείς να τελειώσεις έτσι μια παράδοση τόσων χρόνων.

Γύρισα και τον κοίταξα.

— Δεν τελειώνω μια παράδοση. Τελειώνω έναν ρόλο που μου επιβάλατε χωρίς ποτέ να με ρωτήσετε αν τον θέλω.

Έφυγα.

Την επόμενη Κυριακή δεν πήγα.

Ούτε την επόμενη.

Ούτε την μεθεπόμενη.

Στην αρχή περίμενα ένα μήνυμα γεμάτο θυμό.

Αντί γι’ αυτό, έλαβα ένα σύντομο μήνυμα από τον σύντροφό μου:

«Η μητέρα μου ρώτησε αν θα έρθεις την Κυριακή.»

Του απάντησα:

«Όχι. Αυτή τη φορά θα μαγειρέψετε εσείς.»

Δεν απάντησε.

Και από εκείνη την ημέρα τα περίφημα κυριακάτικα οικογενειακά τραπέζια τελείωσαν για πάντα.

Για πρώτη φορά, η Κυριακή έγινε δική μου.

Και κατάλαβα κάτι που άργησα πολύ να καταλάβω:

Δεν χρειάζεται να παντρευτείς κάποιον για να απαιτεί η οικογένειά του από εσένα να συμπεριφέρεσαι σαν σύζυγος. Αρκεί να τους το επιτρέψεις.

Εγώ, όμως, δεν θα το επέτρεπα ξανά.