Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο
Αρχική » «Τα Σαββατοκύριακα θα εξυπηρετείς τους συγγενείς μου. Θα μαγειρεύεις, θα καθαρίζεις και θα φροντίζεις τους καλεσμένους. Αλλιώς, καλύτερα να πάρουμε διαζύγιο». Ο άντρας μου το είπε τόσο ψυχρά, λες και μου ανακοίνωνε κάτι απολύτως φυσιολογικό.

«Τα Σαββατοκύριακα θα εξυπηρετείς τους συγγενείς μου. Θα μαγειρεύεις, θα καθαρίζεις και θα φροντίζεις τους καλεσμένους. Αλλιώς, καλύτερα να πάρουμε διαζύγιο». Ο άντρας μου το είπε τόσο ψυχρά, λες και μου ανακοίνωνε κάτι απολύτως φυσιολογικό.

Τον κοίταξα χωρίς να απαντήσω αμέσως.

Ήμασταν στην κουζίνα. Μπροστά μου υπήρχε ένας λογαριασμός του σπιτιού και δίπλα του μια λίστα με τα ψώνια για το Σαββατοκύριακο.

Ο Νίκος περίμενε την αντίδρασή μου.

— Με άκουσες; — με ρώτησε.

— Σε άκουσα.

— Ωραία. Τότε θέλω να μου πεις αν συμφωνείς.

Ακούμπησα αργά το στυλό στο τραπέζι.

— Και αν δεν συμφωνήσω;

Ανασήκωσε τους ώμους.

— Τότε θα πρέπει να πάρουμε διαζύγιο.

Δεν θύμωσα.

Δεν φώναξα.

Απλώς σηκώθηκα από την καρέκλα.

— Περίμενε εδώ.

— Πού πας;

— Να φέρω κάτι.

Ανέβηκα στον επάνω όροφο και άνοιξα την παλιά ντουλάπα στο υπνοδωμάτιό μας.

Πίσω από ένα κουτί με παλιά φωτογραφικά άλμπουμ υπήρχε ένας φθαρμένος μπλε φάκελος.

Τον είχα να τον ανοίξω σχεδόν τρία χρόνια.

Μέσα υπήρχαν συμβολαιογραφικές πράξεις, τραπεζικά έγγραφα, αποδείξεις και ένα συμβόλαιο που ο Νίκος είχε ξεχάσει εντελώς.

Πήρα τον φάκελο και κατέβηκα στην κουζίνα.

Ο Νίκος με κοίταξε απορημένος.

— Τι είναι αυτό;

Τον ακούμπησα μπροστά του.

— Η απάντηση στο τελεσίγραφό σου.

Άνοιξα τον φάκελο.

Στην πρώτη σελίδα υπήρχε το όνομά μου.

Στη δεύτερη, η ημερομηνία αγοράς του σπιτιού.

Ο Νίκος συνοφρυώθηκε.

— Τι σχέση έχει αυτό;

— Πολύ μεγάλη.

Πήρε το έγγραφο στα χέρια του.

Το διάβασε.

Μετά το ξαναδιάβασε.

— Αυτό είναι…

— Το συμβόλαιο του σπιτιού.

— Μα είναι το σπίτι μας.

— Όχι ακριβώς.

Σήκωσε τα μάτια του.

— Τι εννοείς;

Πήρα μια βαθιά ανάσα.

— Το σπίτι αγοράστηκε με χρήματα από την κληρονομιά του πατέρα μου, δύο χρόνια πριν γνωριστούμε. Το συμβόλαιο είναι αποκλειστικά στο όνομά μου.

Το πρόσωπό του άλλαξε.

— Δεν μου το είχες πει ποτέ.

— Δεν με είχες ρωτήσει ποτέ.

Σηκώθηκε όρθιος.

— Είμαστε παντρεμένοι εδώ και οκτώ χρόνια!

— Το ξέρω.

— Άρα είναι και δικό μου!

— Όχι επειδή μένεις εδώ.

Έμεινε σιωπηλός.

Ήξερα ακριβώς τι σκεφτόταν.

Για χρόνια θεωρούσε ότι επειδή ήμασταν παντρεμένοι, όλα όσα είχα ήταν αυτονόητα και διαθέσιμα.

Δεν ήταν.

Το σπίτι ήταν δικό μου.

Το μεγαλύτερο μέρος των επίπλων το είχα αγοράσει εγώ.

Και ακόμα και το μικρό εξοχικό όπου περνούσε τα καλοκαίρια με τους συγγενείς του είχε αγοραστεί με χρήματα που είχα κληρονομήσει.

Όμως δεν ήταν μόνο αυτό.

Ο Νίκος είχε συνηθίσει να θεωρεί τη δική μου προσπάθεια δεδομένη.

Τα τελευταία δύο χρόνια, κάθε Παρασκευή απόγευμα, άρχιζε η ίδια διαδικασία.

Το Σάββατο ερχόταν η μητέρα του.

Μετά η αδερφή του με τα δύο παιδιά της.

Έπειτα ο ξάδερφός του με τη σύζυγό του.

Κάποιες φορές έφταναν τους δέκα ανθρώπους.

Εγώ μαγείρευα.

Εγώ καθάριζα.

Εγώ έστρωνα τραπέζι.

Εγώ έπλενα τα πιάτα.

Και όταν τελείωναν όλα, ο Νίκος έλεγε:

— Είσαι η οικοδέσποινα. Είναι φυσιολογικό.

Είχα αρχίσει να κουράζομαι.

Όχι από το μαγείρεμα.

Αλλά από την απαίτηση ότι όφειλα να υπηρετώ ανθρώπους που δεν έδειχναν ούτε την παραμικρή εκτίμηση.

Την προηγούμενη Κυριακή, η αδερφή του είχε αφήσει τα παιδιά της να ζωγραφίσουν στον τοίχο του σαλονιού.

Όταν της το ανέφερα, απάντησε:

— Έλα τώρα, παιδιά είναι.

Και ο Νίκος είχε συμφωνήσει μαζί της.

Εκείνο το βράδυ, για πρώτη φορά, του είπα:

— Δεν θέλω να ξαναγίνει αυτό.

Και εκείνος μου απάντησε:

— Τότε πρέπει να βρούμε άλλη λύση.

Δεν περίμενα ότι η «άλλη λύση» θα ήταν διαζύγιο.

Ο Νίκος κάθισε ξανά.

— Εντάξει. Ας αφήσουμε το σπίτι. Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί κάνεις τόσο μεγάλο θέμα από τα Σαββατοκύριακα;

Τον κοίταξα.

— Γιατί δεν ζητάς βοήθεια. Απαιτείς υπηρεσία.

— Είναι η οικογένειά μου!

— Και εγώ είμαι η γυναίκα σου.

— Ακριβώς. Γι’ αυτό πρέπει να τους φροντίζεις.

— Όχι.

Έσφιξε τα χείλη.

— Τότε μάλλον δεν έχουμε τίποτα άλλο να πούμε.

— Συμφωνώ.

Σηκώθηκε απότομα.

— Θα ζητήσω διαζύγιο.

— Κάν’ το.

Με κοίταξε σαν να μην πίστευε αυτό που άκουσε.

— Δεν φοβάσαι;

— Όχι.

— Θα μείνεις μόνη.

— Προτιμώ να είμαι μόνη παρά να έχω έναν σύζυγο που με βλέπει σαν υπηρέτρια.

Έκανε να φύγει.

Τότε όμως χτύπησε το τηλέφωνό του.

Ήταν η μητέρα του.

Άκουσα μόνο τη δική του πλευρά της συνομιλίας.

— Ναι, μαμά… Όχι, δεν έχει αλλάξει γνώμη… Ναι, θα το λύσουμε…

Μετά έκλεισε.

— Η μητέρα μου λέει ότι αν πάρουμε διαζύγιο, πρέπει να πουλήσουμε το σπίτι.

Χαμογέλασα.

— Δεν χρειάζεται να ανησυχείς γι’ αυτό.

— Γιατί;

Έδειξα ξανά τον φάκελο.

— Γιατί δεν είναι δικό σου.

Το επόμενο πρωί πήγα στη συμβολαιογράφο που είχε συντάξει το αρχικό συμβόλαιο.

Η Μαρία ήταν εκεί από τις εννιά.

Της έδωσα τον φάκελο.

— Θέλω να ελέγξουμε τα πάντα.

Διάβασε τα έγγραφα προσεκτικά.

— Το ακίνητο είναι αποκλειστικά στο όνομά σου.

— Και ο Νίκος;

— Δεν εμφανίζεται ως συνιδιοκτήτης.

— Μπορεί να διεκδικήσει κάτι;

Η Μαρία με κοίταξε σοβαρά.

— Αυτό εξαρτάται από συγκεκριμένες λεπτομέρειες και από το εφαρμοστέο οικογενειακό δίκαιο. Αλλά τα έγγραφα που μου έφερες είναι πολύ σημαντικά.

Έγνεψα.

Δεν ήθελα εκδίκηση.

Ήθελα απλώς να ξέρω τι πραγματικά ίσχυε.

Δύο ημέρες αργότερα, ο Νίκος επέστρεψε στο σπίτι.

Δεν ήταν μόνος.

Μαζί του ήταν η μητέρα του, η αδερφή του και ο αδερφός του.

Μπήκαν όλοι σαν να ήταν ήδη ιδιοκτήτες.

Η πεθερά μου κοίταξε γύρω της.

— Λοιπόν; Τι αποφάσισες;

— Τίποτα δεν αποφάσισα.

— Ο Νίκος μου είπε ότι θέλεις να διαλύσεις την οικογένεια.

— Δεν θέλω να διαλύσω καμία οικογένεια. Θέλω να σταματήσω να υπηρετώ ανθρώπους κάθε Σαββατοκύριακο.

Η αδερφή του γέλασε.

— Μα αυτό είναι το καθήκον μιας γυναίκας.

— Όχι στο δικό μου σπίτι.

Η πεθερά μου θύμωσε.

— Το σπίτι είναι και του γιου μου!

Πήρα τον μπλε φάκελο.

— Έχω τα έγγραφα εδώ.

Της τα έδωσα.

Τα διάβασε.

Μετά τα έδωσε στον Νίκο.

Εκείνος έμεινε σιωπηλός.

Ο αδερφός του πλησίασε.

— Τι λέει;

Ο Νίκος δεν απάντησε.

Η μητέρα του τον κοίταξε.

— Πες μου!

Εκείνος τελικά ψιθύρισε:

— Το σπίτι είναι στο όνομά της.

Η έκφρασή της άλλαξε.

— Μα… είστε παντρεμένοι.

— Το ξέρω, μαμά.

— Τότε πώς γίνεται;

— Δεν ξέρω.

Τότε μίλησα.

— Γίνεται επειδή το αγόρασα πριν από τον γάμο μας με δικά μου χρήματα.

Κανείς δεν απάντησε.

Η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει εντελώς.

Ο Νίκος με κοίταξε.

— Δεν ήθελα να σε κάνω να νιώσεις έτσι.

— Αλλά το έκανες.

— Ήθελα απλώς να βοηθάς την οικογένειά μου.

— Μπορώ να βοηθάω όταν θέλω. Δεν είμαι υποχρεωμένη να το κάνω επειδή είμαι γυναίκα σου.

Έμεινε σιωπηλός.

Μετά είπε κάτι που δεν περίμενα.

— Δεν θέλω διαζύγιο.

Τον κοίταξα.

— Εσύ το ζήτησες.

— Ήμουν θυμωμένος.

— Και τώρα;

Πήρε μια βαθιά ανάσα.

— Τώρα καταλαβαίνω ότι σε θεωρούσα δεδομένη.

Ήταν η πρώτη ειλικρινής κουβέντα που μου είχε πει εδώ και πολύ καιρό.

Αλλά δεν ήταν αρκετή.

— Το να το καταλαβαίνεις σήμερα δεν σβήνει όσα έγιναν τα τελευταία χρόνια.

Έγνεψε.

— Τι θέλεις λοιπόν;

Κοίταξα όλους τους ανθρώπους που βρίσκονταν στο σαλόνι μου.

— Θέλω κανείς να ξαναμπεί σε αυτό το σπίτι χωρίς να έχει προσκληθεί.

Η πεθερά μου άνοιξε το στόμα της, αλλά ο Νίκος τη σταμάτησε.

— Μαμά, αρκετά.

Για πρώτη φορά στάθηκε μπροστά μου.

Όχι απέναντί μου.

Δίπλα μου.

Εκείνο το βράδυ όλοι έφυγαν.

Το σπίτι βυθίστηκε στη σιωπή.

Ο Νίκος έμεινε στην κουζίνα.

— Θα προσπαθήσω να αλλάξω.

Τον κοίταξα.

— Δεν θέλω υποσχέσεις.

— Τι θέλεις;

— Πράξεις.

Έγνεψε.

Την επόμενη εβδομάδα κάναμε κάτι που έπρεπε να είχαμε κάνει χρόνια πριν.

Καθίσαμε μαζί και μοιράσαμε δίκαια τις υποχρεώσεις του σπιτιού.

Κανείς δεν θα είχε πλέον δικαίωμα να αποφασίζει για το σπίτι μας χωρίς τη συμφωνία και των δύο.

Κανείς συγγενής δεν θα ερχόταν χωρίς πρόσκληση.

Και τα Σαββατοκύριακα δεν θα ήταν πλέον «υποχρεωτική υπηρεσία».

Θα ήταν δικός μας χρόνος.

Μερικούς μήνες αργότερα, η αδερφή του Νίκου ήρθε για καφέ.

Αυτή τη φορά χτύπησε το κουδούνι.

Περίμενε μέχρι να της ανοίξω.

Και όταν μπήκε, έβγαλε τα παπούτσια της χωρίς να της το ζητήσω.

Χαμογέλασα.

Μπορεί να μην είχα λύσει όλα τα προβλήματα της οικογένειας.

Αλλά είχα καταφέρει κάτι πολύ σημαντικότερο.

Είχα μάθει να λέω «όχι» χωρίς να αισθάνομαι ένοχη.

Και είχα καταλάβει ότι ένας γάμος δεν σημαίνει πως ο ένας άνθρωπος πρέπει να θυσιάζει συνεχώς την ηρεμία, τον χρόνο και την αξιοπρέπειά του για να είναι όλοι οι άλλοι ευχαριστημένοι.

Το σπίτι μου δεν έγινε πεδίο μάχης.

Έγινε ξανά σπίτι.

Και αυτή τη φορά, οι πόρτες του άνοιγαν μόνο σε ανθρώπους που σέβονταν τη γυναίκα που ζούσε μέσα σε αυτό.